Κωνσταντινούπολη, των ασεβών μου φόβων

Η θλίψη της Πόλης
Η θλίψη της Πόλης
Η μονή Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη
Η μονή Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη
Ιππόδρομος, ο αιγυπτιακός οβελίσκος και στο βάθος η Αγία Σοφία
Ιππόδρομος, ο αιγυπτιακός οβελίσκος και στο βάθος η Αγία Σοφία
3 φωτογραφίες
Φωτό:
Γιάννης Ξανθούλης

                          

                                           Είχα ένα φίλο, τον Εμίν,
                                           που χόρευε με το σουγιά στα δόντια
                                           κι ένα τσιγάρο σέρτικο
                                           πίσω στ' αυτί αναμμένο.
                                           Έλα να δεις, μου φώναζε,
                                           παπούτσια δεν φορώ,
                                           κορδόνια είναι οι φλέβες
                                           που η μάνα μου μού χάρισε
                                           κι ούτε στα μάτια έχω φως.
                                           Ό,τι μπορώ και βλέπω,
                                           είναι μια σκιά από αίμα μαύρο
                                                                         στο χορό
                                           που λέει ότι είναι η Πόλη, η Ιστανμπούλ.
                                           Καταραμένη ας μένει που
                                           μου πήρε την καρδιά
                                           κι άλλη καρδιά δεν μου 'μεινε
                                           να τη μισήσω
                                           πιο πολύ... απ' όσο την αγάπησα.

                                                                                   Παλιός αμανές

Πρώτη φορά πήγα στην Πόλη το 1972, τον Αύγουστο. Μόλις είχα απολυθεί απ' το στρατό και με έτρωγε μια μάλλον νοσηρή περιέργεια να τη γνωρίσω. Έφτασα αεροπορικώς, μέσω Σμύρνης, και μου φάνηκε εκτάκτως επαρχιακή, όπως δηλαδή θα την ήθελε ο Μουσταφά Κεμάλ. Εξαιρετικά παλιά, σκοτεινή, παραιτημένη και θλιβερή. Εκείνη την εποχή η Πόλη υπέφερε από έλλειψη καφέ και σωστού φωτισμού. Την έσκαβαν ανελέητα, κι από παντού ξεπηδούσαν ιστορικά ανένταχτοι αρουραίοι. Περπάτησα εξαντλητικά στην καθαυτό Πόλη, την εντός των τειχών του Θεοδοσίου, κι αρκετά στο Πέρα.

«Πέρα» ονόμαζαν τους μαχαλάδες που ήταν «πέρα» απ' την παλιά, αληθινή βυζαντινή πολιτεία. [...] Η μουσική του Χατζιδάκι απ' το Αμέρικα-Αμέρικα του Ελία Καζάν, σε συνδυασμό με την ασπρόμαυρη ατμόσφαιρα της ταινίας, με στοίχειωναν όσο προσπαθούσα να αποκαλύψω τα μεταβυζαντινά στοιχεία της Πόλης. Και ναι μεν είδα μερικούς απ' τους εναπομείναντες χαμάληδες του λιμανιού στο Καράκιοϊ ζωσμένους σαμάρια, αλλά δεν εισχώρησα στη βαρύτιμη ασπρόμαυρη αίσθηση του Αμέρικα ούτε γι' αστείο. Η Πόλη λουζόταν ιδρώτες μες στον φωτεινό Αύγουστο· κι όσο για τα κλειστοφοβικά ντεκόρ του Καζάν, αυτά ήταν προϊόντα εγχώριας κατασκευής, που στήθηκαν με το μεράκι του αλησμόνητου Βασίλη Φωτόπουλου στο στούντιο «Άλφα», στην Αθήνα. Τα έμαθα αργότερα όλα αυτά.

Ο Αρά Γκιουλέρ, που στα τέλη της δεκαετίας του '50 ήταν ένας απ' τους λίγους της αντροπαρέας που συνόδευε τον Τένεση Ουίλιαμς στις περιηγήσεις του, θεωρείται ο κατεξοχήν ποιητής-φωτογράφος της Κωνσταντινούπολης που χάθηκε και συνεχίζει να χάνεται. Αποτύπωσε ναι, πρόφτασε και το έκανε όλα όσα χαρακτήριζαν την Πόλη, όλα όσα σεβάστηκε ο χρόνος έως ότου το «σέβας» υπέκυψε στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις του εκσυγχρονισμού.

Το 1972 η αίγλη αυτών των «μνημείων» μιας πληγωμένης μνήμης είχε ακόμα ισχύ. Ήδη οι πυλώνες της πρώτης και μεγαλύτερης απ' τις δύο κρεμαστές γέφυρες, που θα ένωναν την ευρωπαϊκή με την ασιατική πλευρά, ήταν στημένοι. Ευελπιστούσαν πως σε σύντομο διάστημα θα μπορούσες απ' το Ορτάκιοϊ να βρεθείς ακριβώς απέναντι, στο Μπεϊλέρμπεϊ, σε χρόνο ρεκόρ. Δεν ήταν βέβαια και λίγοι εκείνοι που ονειρεύονταν μια θεαματική αυτοκτονία απ' το δυσθεώρητο ύψος στον ταραγμένο Βόσπορο. Κι αυτά τα όνειρα έγιναν αμέσως πραγματικότητα όταν τέλειωσε το έργο, οπότε απαγορεύτηκε η γέφυρα στους πεζούς. Yasak! Οι Τούρκοι συνήθως σέβονται αυτή τη λέξη.

[...] Τα μπαντέμ εσμεσί είναι, μαζί με τα λουκούμια, οι πιο δημοφιλείς πολίτικες λιχουδιές. «Μπαντέμ» σημαίνει αμύγδαλο και «εσμέκ» είναι το ρήμα που θα πει ζουλάω, πιέζω. Η αμυγδαλόψιχα λοιπόν αυτή, δροσισμένη ελαφρώς με ροδόνερο, ζυμωμένη με «τουζ-σεκέρ», άχνη ζάχαρη, και με πικραμύγδαλο ίσα να αρωματίζει ευχάριστα τη γλύκα, αποτελεί πραγματικά σημείο αναφοράς στη γευστική γεωγραφία της Ιστανμπούλ.

[...] Μα μόλις πάρει να ξημερώνει, σύννεφα από μυρωδιές φρεσκοψημένου ψωμιού σκεπάζουν τα δεινά της νύχτας. Το ψωμί παντού στην Τουρκία είναι πεντανόστιμο, όπως και οι πίτες του Ραμαζανιού. Παλιά τις ζύμωναν μόνο για την περίοδο του Ραμαζανιού, όπως κι εμείς τις καθαροδευτεριάτικες λαγάνες. Τώρα πια παρασκευάζονται όλες τις μέρες. Όσοι μπορούν να πληρώσουν κάτι παραπάνω, τις γεύονται. Οι άλλοι περιορίζονται στον φτηνό επιούσιο. Και πάντα απ' τα ραδιόφωνα τα θρηνητικά τραγούδια του έρωτα και τα πιο μοντέρνα, με τους ερμαφρόδιτους νεαρούς, που σοκάρουν τους μερακλήδες. Το αέναο σάουντρακ του πλήθους.

Κι επειδή αναφέρθηκα στα «ερωτικά» των ταπεινωμένων και καταφρονεμένων, τα ονομαστά πορνεία, όπου διέπρεψαν εταίρες βυζαντινές, με πρώτη και καλύτερη συντρέχουσα την αυτοκράτειρα Θεοδώρα, αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν. Όχι εντός της παλιάς Πόλης. Απέναντι. Στο... πέρα Πέραν.

Λένε πως στο ίδιο ακριβώς μέρος, εκεί στο τέλος της Ιστικλάλ, στο Γιουκσέκ καλντερίμ, αριστερά όπως κατεβαίνουμε από το Ταξίμ, συνεχίζουν από τα χρόνια του Βυζαντίου να διακονούν τον έρωτα για λογαριασμό των πολύ λαϊκών στρωμάτων. Μια μεγάλη κατηφόρα ή ανηφόρα εξαρτάταιπου οδηγεί στο Καράκιοϊ, κάτω στον Βόσπορο.

[...] Κουβαλήθηκα, λοιπόν, κι εγώ να δω πώς είναι αυτό το «καρτιέ» του έρωτα. Στην είσοδο βρίσκεται το «καρακόλ», το αστυνομικό τμήμα, που ελέγχει τις ταυτότητες σχετικά με την ηλικία και γενικά τη νομιμότητά σου. Αφού δοθεί το «ελευθέρας», εισέρχεσαι στο γκέτο. Κανονικό γκέτο, με εξασκημένους νταβατζήδες να μη δείχνουν πολύ νταβατζήδες. Τα κορίτσια αποτελούν πρώτης τάξης φελινικά φιγκιράν: χοντρές ή λιπόσαρκες, με τα μισά στήθη έξω, με κοιλιές που δοξάζουν την έννοια του «πλισέ», οπωσδήποτε όμως με κιλότα. Ανάμεσά τους και κόρες πιστές του Ισλάμ, με μαντίλα στο κεφάλι, αλλά με τα βυζιά εκτεθειμένα το κατά δύναμη.

Ήταν μήνας Δεκέμβρης όταν εισέβαλα στον ιερό αυτό χώρο, οπότε το κρύο έβαζε μερικούς παραπανίσιους πόντους ανατριχίλας. Τα πεινασμένα μάτια των πελατών –«μουστερί» είναι ο πελάτης– έτρωγαν τα κάλλη των κοριτσιών. Και, αν διέθεταν το απαραίτητο αντίτιμο, κατόπιν συμφωνίας με τον αρμόδιο, απολάμβαναν κάπου στα ενδότερα το αντικείμενο του πόθου.

[...] Με τη δική του ζωή και το γειτονικό Φανάρι. Τα κάποτε αρχοντικάαλλά όχι προκλητικά, για να μην εγείρουν το φθόνο στους αφεντάδες Οθωμανούς σπίτια των Φαναριωτών στέκουν ακόμα όρθια. Εξαθλιωμένα αλλά όρθια.

[...] Το δρόμο του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον γνωρίζουν, βέβαια, οι Έλληνες που συρρέουν τις γιορτινές μέρες ως προσκυνητές, να νιώσουν το «ιερό ρίγος» της απώλειας· τον γνωρίζουν οι ανώτατοι λειτουργοί του ελληνικού κράτους, που δηλώνουν πάντα «αμέριστη συμπαράσταση»· ίσως ακόμα τον ξέρουν και κάποιοι αρχηγοί χριστιανικών κρατών και διεθνείς οικολογικές οργανώσεις, λόγω της ευαισθησίας του Πατριάρχη Βαρθολομαίου σε περιβαλλοντικά θέματα.

[...] Ο Ορχάν Παμούκ ορθώς μιλά στην αυτοβιογραφική του Ιστανμπούλ για τη θλίψη της Πόλης. Και πόσο ταιριαστά ακούγεται στα τούρκικα η θλίψη... «Χιουζούν». Θλίψη για την πραγματικότητα που συνθλίβεται από μια απόκοσμη παραλλαγή της απάτης. Απάτη για την ομορφιά ή τη δυστυχία, που μπορούν να συναπαντώνται στις ίδιες γέφυρες και στα ίδια μάτια, που τις βιώνουν σαν παραμορφωτικό ντεκόρ μιας ανήσυχης ραστώνης. Αυτό έβλεπα όσο προχωρούσα προς το ξενοδοχείο, αποφασισμένος να οργανώσω την επιστροφή μου. Μια ραστώνη σημαδεμένη από αναπάντητα ερωτηματικά σχετικά με την επιτήδευση του χαρτογραφημένου χρόνου.

Σ' αυτή την άγρια υπνωτισμένη πολιτεία που χουζουρεύει με το ένα μάτι ορθάνοιχτο, που περιμένει τα φθονερά τζίνια της ευτυχίας της, τους πάσης φύσεως Εγκέλαδους και κάθε φανταστική ή πραγματική συντριβή του ενεστώτα χρόνου, αναρωτιόμουν αν είχε νόημα να θυμώνω με ό,τι δεν επαληθευόταν ως σταθερό σημείο των εμπειριών μου. Έστω κι αν υπολόγιζα στις μικρές συναισθηματικές μου καταθέσεις...



Τα ανωτέρω αποσπάσματα πρόερχονται από το συγγραφικό πόνημα του Γιάννη Ξανθούλη Κωνσταντινούπολη - Των ασεβών μου φόβων (εκδόσεις Διόπτρα, 2013).

Όσοι επιθυμούν να ακούσουν τον Γιάννη Ξανθούλη να μιλά για την Κωνσταντινούπολη μπορούν να πατήσουν απλώς εδώ.


* Ο Γιάννης Ξανθούλης γεννήθηκε το 1947 στην Αλεξανδρούπολη, από γονείς πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης. Εκτός από μυθιστορήματα, έγραψε βιβλία και θεατρικά έργα για παιδιά, καθώς και θέατρο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος (είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ) σε εφημερίδες και στο ραδιό­φωνο.

Ανάμεσα στα πιο γνωστά του μυθιστορήματα είναι: Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα (1984), Το πεθαμένο λικέρ (1987), Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας (1989), Το ροζ που δεν ξέχασα (1991), Η εποχή των καφέδων (1992), Οικογένεια Μπες-Βγες (1994), Το τρένο με τις φράουλες (1996), ...ύστερα, ήρθαν οι μέλισσες (1998), Ο Τούρκος στον κήπο (2001), Το τανγκό των Χριστουγέννων (2003), Ο θείος Τάκης (2005), Του φιδιού το γάλα (2007), Κωνσταντινούπολη - Των ασεβών μου φόβων (2008), Η εκδίκηση της Σιλάνας (2009), Δεσποινίς Πελαγία (2010), Ο γιος του δάσκαλου (2012) και Την Κυριακή έχουμε γάμο (2015), το οποίο βραβεύτηκε ως το καλύτερο μυθιστό­ρημα της χρονιάς.

Βιβλία του έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη και έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Ζει στην Αθήνα.

*Τα στοιχεία που αφορούν τη ζωή και το έργο Γιάννη Ξανθούλη προέρχονται από το διαδικτυακό τόπο των εκδόσεων Διόπτρα (www.dioptra.gr)

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ

ΠΕΙΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΣΑΣ

Τίτλος*
Γράψτε το σχόλιό σας*
Ονομα που θα εμφανιστεί στο σχόλιό σας
E-mail
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά

Γράψτε το κείμενο όπως το διαβάζετε παρακάτω:
Αν το κείμενο δεν είναι ευδιάκριτο, πατήστε εδώ να δημιουργηθεί νέο κείμενο.